Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἔγραψε τὸ τρίτο κατὰ σειρὰ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἦταν ἰατρὸς καὶ ζωγράφος. Σὰν ζωγράφος εἶχε τὴν τιμὴ καὶ εὐλογία νὰ ἀπεικονίσῃ τὴν Παναγία ἐκ τοῦ σύνεγγυς (ὁ μοναδικὸς) καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἐλάχιστα ἔργα του, τὸ πιὸ πιθανὸν τρία τὸν ἀριθμό. Ὁ κόσμος, ὅμως, ἀπὸ πολὺ σεβασμὸ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ ἄγνοια, ἰσχυρίζεται ὅτι καθένας ἔχει κ’ ἕνα ἔργο του μὲ τὴν Παναγία. Ἀσφαλῶς καὶ δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ μεταγενέστεροι καλλιτέχνες ἀντέγραψαν τὶς εἰκόνες του, ἢ ἐμπνεύστηκαν ἀπ’ αὐτὲς μὲ κάποιον τρόπο.

Τὸν ἴδιον, εἰκονογραφικά τὸν συνατᾶμε μὲ ἀρχαιοελληνικὰ ἐνδύματα (ἐσωτερικῶς χιτῶνα μὲ “σημεῖον” καὶ ἱμάτιο ἐξωτερικῶς) καὶ ἐνίοτε μὲ στεφάνη ( ἀλλιῶς “παπαλήθρα”, διακριτικὸ στοιχεῖο τῆς κόμμωσης τῶν ἱερέων κατὰ τοὺς πρωτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, ὅπου ἡ κορυφὴ τῆς κεφαλῆς ἀποκείρεται), σὲ τρεῖς διαφορετικὲς ἀποδόσεις.

Ἡ ἁπλούστερη εἶναι αὐτὴ ὅπου εἰκονίζεται ἀπὸ τὴ μέση καὶ πάνω, κρατῶντας στὸ ἀριστερὸ χέρι του, τὸ ὁποῖο ἔχει καλυμμένο μὲ τὸ ἔνδυμά του, ἀπὸ σεβασμό, κλειστὸ βιβλίο, ὡς σύμβολο τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ συνέγραψε, ἐνῶ μὲ τὸ δεξὶ χέρι εὐλογεῖ.

Στὴ δεύτερη, ἐμφανίζεται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς καθήμενος σὲ σκίμποδα ἢ κάθισμα μὲ χαμηλό ἐρεισίνωτο, νὰ συγγράφει σὲ ἀνοικτὸ βιβλίο, ὅπου διακρίνεται ἡ πρώτη φράση τοῦ Εὐαγγελίου του “ Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν”, τὸ ὁποῖο στηρίζει στὰ γόνατά του. Πατᾶ σὲ ὑποπόδιο ξύλινο καὶ μπροστά του εὑρίσκεται ἔπιπλο μὲ ἀναλόγιο καὶ ἐργαλεῖα γραφῆς. Συχνὰ πλάι στὰ πόδια του εἰκονίζεται καὶ τὸ σύμβολό του, ὁ βοῦς. Κατὰ τὴν ἐπικρατήσασα ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου, ὁ Λουκᾶς συμβολίζεται σύμφωνα μὲ τὸ ὅραμα τοῦ προφήτου Ἰεζεκιὴλ (α´, 5-14) ἀπὸ τὸν μόσχο, τὸν βασιλέα τῶν οἰκοσίτων ζώων, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου του ἔχει στοιχεῖα τῆς λατρείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατὰ τὴν ὁποία θυσίαζαν συνήθως μόσχους.

 

Τρίτον, άποδίδεται πάλι καθήμενος, νὰ ἁγιογραφῇ τὴν εἰκόνα τὴς Θεοτόκου, συνήθως κατὰ τὸν τύπο τῆς Ὁδηγητρίας. Ἡ εἰκόνα ποὺ φιλοτεχνεῖ